"Σπουργίτι" για τα μικρά και τα καθημερινά!...
Για τα άλλα, τα πιο σοβαρά, τα πιο σημαντικά, αν θέλετε ρίξτε μια ματιά στο άλλο ιστολόγιό μου, το "Seagull"
Όσοι έχουν υπηρετήσει τη στρατιωτική τους θητεία, ίσως θα το έχουν νιώσει, θα το έχουν ζήσει: Σάββατο απόγευμα ή Κυριακή πρωί, στο επισκεπτήριο του κέντρου νεοσυλλέκτων: Αλλεπάλληλες κλήσεις, από τα μεγάφωνα, με ονόματα νεοσυλλέκτων, που έχουν επισκεπτήριο… Κάποιοι που ήθελαν, που ήλπιζαν, που περίμεναν και, τελικά, δεν άκουσαν το όνομά τους, μένουν θλιμμένοι σε κάποια γωνιά…
Κάπως έτσι και με το επισκεπτήριο στην κατασκήνωση… Κι εδώ, μάλιστα, τα πράγματα είναι ακόμα πιο θλιβερά. Διότι πρόκειται για μικρά παιδιά, του δημοτικού ή του γυμνασίου, που ακούν τα ονόματα των άλλων παιδιών, που βλέπουν τους συγγενείς και φίλους των άλλων να έρχονται, κι εκείνα, όπως είναι αυτονόητο, νοιώθουν μόνα και ξεχασμένα…
Ίδια ή/και χειρότερη είναι, θαρρώ, και η κατάσταση στις φυλακές: Τόσο και τόσοι… ξεχασμένοι από όλους…
…μα και σε νοσοκομεία… και σε γηροκομεία… Άνθρωποι ηλικιωμένοι, που “όσο ζουν ελπίζουν”, πως κάποιος θα τους θυμηθεί και θα τους επισκεφθεί… Πως θα τους σκεφθεί το ίδιο το παιδί τους… Κι όλο περιμένουν ν’ ακούσουν να φωνάζει κάποιος το όνομά τους, να σπάσει η μοναξιά τους…
“…τότε αποκριθήσονται οι δίκαιοι λέγοντες: Κύριε… πότε σε είδομεν ασθενή ή εν φυλακή και ήλθομεν προς σε; Και αποκριθείς ο βασιλεύς ερεί αυτοίς: Αμήν λέγω υμίν, εφ’όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε…”
Όχι, δεν το άκουσα σήμερα αυτό. Αυτό, απ’ ό,τι θυμάμαι, θ’ ακουστεί στις εκκλησίες αύριο, Κυριακή της Απόκρω.
Σήμερα, όμως, καλεσμένος το πρωί σ’ ένα μνημόσυνο, “Σάββατο των ψυχών” ή “Ψυχοσάββατο”, άκουσα εκεί κάτι άλλο: Τους δύο ιερείς να διαβάζουν ονόματα. Πολλά ονόματα! Δεκάδες… εκατοντάδες ονόματα!... Ονόματα ανθρώπων που έχουν φύγει…
…Και τότε μια σκέψη, μια εικόνα, μια έκλαμψη της φαντασίας μου, πραγματικά με συγκλόνισε, μ’ έκανε να δακρύσω… Σκέφτηκα… είδα… φαντάστηκα… τις ψυχές των νεκρών μας, εκεί που βρίσκονται, “να έχουν στήσει αυτί” και να περιμένουν ν’ ακούσουν το όνομά τους… Να νιώσουν… να ξέρουν… αν τους έχουμε ξεχάσει ή αν ακόμα τους θυμόμαστε…
[Οι νεκροί, καθώς λέγεται, πεθαίνουν, στην πραγματικότητα, μόνο όταν τους ξεχνάμε… όταν παύουν οι άνθρωποι, εδώ, να τους θυμούνται και να τους μνημονεύουν… Τότε πια περνούν, οριστικά, στην λήθη… στην ανυπαρξία…]
…Και “έβαλα τα δυνατά μου”, τότε, να θυμηθώ όλα τα ονόματα των δικών μου: προγόνων, συγγενών, φίλων, γνωστών… και να τα ψιθυρίζω, μυστικά, μαζί μ’ αυτά που συνέχιζαν να διαβάζουν οι δύο ιερείς…
…Δεκάδες ονόματα… εκατοντάδες ονόματα… Ούτε μπορώ να προσδιορίσω για πόση ώρα διάβαζαν οι δύο ιερείς… Τόσο που οι πιο πολλοί από αυτούς που βρίσκονταν στην εκκλησία, έδειχναν, νομίζω, πως είχαν κουραστεί, και αδιαφορούσαν πια, έχοντας προφανώς ακούσει τα ονόματα που ήθελαν, που περίμεναν… τα ονόματα των δικών τους ανθρώπων…
[…Έτσι όπως σε κάποιες εκδηλώσεις, μπροστά σε μνημεία αγωνιστών, πεσόντων… Ανδρέας Ανδρέου. Παρών! Βασίλειος Βασιλόπουλος. Παρών! Γεώργιος Γεωργάκης. Παρών! Δημήτριος Δημητρέλης. Παρών! Εμμανούλ Εμμανουηλίδης. Παρών! κ.λπ.... Παρόντες!… Παρόντες όλοι εμείς που βρεθήκαμε εδώ και τους κρατάμε κι αυτούς “παρόντες”, στην καρδιά και στο μυαλό μας…]
…Τα μεγάφωνα εξακολουθούν ν’ απαγγέλλουν ονόματα… Οι ψυχές των ονομάτων, μία –μία, χαμογελάει και τρέχει να συναντήσει… αυτούς που τους θυμήθηκαν, μια τέτοια μέρα, και ήρθαν στο… “επισκεπτήριο”!...
Μα… κάπου… κάπως… “με την άκρη του ματιού μου”… με την άκρη της σκέψης μου… θαρρώ πως είδα… (ή μήπως το φαντάστηκα;…) και κάποιες ψυχούλες που είχαν μείνει μοναχές και παραπονεμένες: Τον γεράκο που πέθανε, τις προάλλες, στο γηροκομείο, ξεχασμένους απ’ όλους… Εκείνον τον “παράξενο”, στο νησί, που όλοι “τον είχαν κάνει πέρα, γιατί είχε, λένε, τα μυαλά του σαλεμένα” και εδώ και καιρό δεν έχει δώσει σημεία ζωής… Κι εκείνους τους δυο ανάπηρους Πακιστανούς, που χάθηκαν ξαφνικά, πριν από ένα –δύο χρόνια, απ’ τα φανάρια, και που, ίσως, οι δικοί τους, πίσω στην πατρίδα τους, ακόμα δεν έχουν μάθει ότι πέθαναν, για να τους κλάψουν…
“Μνήσθητι, Κύριε, και των τέκνων σου αυτών! Του κυρ-Τάκη και του Νίκου!... Και ανάγγειλε, σε παρακαλώ: Αχμέτ και Ιμπραχίμ, έχετε κι εσείς επισκεπτήριο!... Γιορτιάρα μέρα!...”
Έχει ειπωθεί, εύστοχα κατά τη γνώμη μου, πως ενώ απ’ αυτή τη γη, από ετούτη τη ζωή, υπάρχουν πολλοί που φεύγουν χαμογελώντας…
[Ενδεικτικά…
…αυτοί που πιστεύουν στη μέλλουσα ζωή…
…αυτοί που θεωρούν το θάνατο ένα απλό πέρασμα…
… “όσοι με το χάρο γίναν φίλοι” κ.λπ….]
…όλοι μας ερχόμαστε σ’αυτήν με ένα κλάμα…
* * * * *
Προσωπικά πιστεύω και νιώθω πως αν βρισκόμουν, τώρα, μπροστά σ’ αυτό το κρίσιμο πέρασμα, θα είχα πολλούς λόγους και για να κλάψω και για να γελάσω… Για τη ζωή και τον κόσμο αυτό…
Μεγάλο θέμα… Πολλά θα μπορούσα να πω… Μα δεν είναι του παρόντος…
* * * * *
Έχει λεχθεί, ακόμα, και όποιος θέλει, βεβαίως, το πιστεύει και το αποδέχεται, πως “κάθε νέο παιδί που γεννιέται στον κόσμο μας, είναι το μήνυμα του Θεού πως ακόμα μας αγαπάει, πως ακόμα ελπίζει στον άνθρωπο”…
* * * * *
Τι να πει κανείς, πολύ περισσότερο, σ’ αυτούς που πιστεύουν ή/και γι’ αυτούς που πιστεύουν, όταν πρόκειται να μιλήσει για τη Γέννηση του Χριστού, για τα Χριστούγεννα;!... Αυτό το παιδί, το παιδί του Θεού –πατέρα, που γεννήθηκε σε χώρο και χρόνο, ήταν, τότε που γεννήθηκε, στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας, πριν από δύο χιλιάδες χρόνια περίπου, η απόδειξη του Θεού πως αγαπάει τον άνθρωπο και πως γι’ αυτό του χάρισε την ελπίδα, την ελπίδα της σωτηρίας, την Οδό, την Αλήθεια και τη Ζωή…
Κάθε άνθρωπος που θα το συνειδητοποιήσει αυτό, κάθε άνθρωπος που θα το πιστέψει, δεν μπορεί να μην ενθουσιαστεί. “Ενθουσιασμό” με την κυριολεκτική έννοια της λέξης, εκ του “εν” και “Θεός”, δηλαδή “Θεός εν ημίν… Θεός μέσα μας… Θεός στην καρδιά μας”…
* * * * *
Σπουδαίο συναίσθημα, σκέφτομαι, ο ενθουσιασμός!...
Ο θάνατος εκεί! Σταθερός! Αμετακίνητος! Δεν έρχεται αυτός προς το μέρος σου. Εσύ πηγαίνεις συνεχώς προς αυτόν. Μια αδήριτη πραγματικότητα που δεν μπορείς ποτέ να ξεπεράσεις, να την αποφύγεις. Το θέμα είναι η στάση μας απέναντί του. Τι κάνεις; Τον σκέφτεσαι συνεχώς και παραλύεις, ή κοιτάς να ζήσεις τη ζωή σου μέρα – μέρα, στιγμή – στιγμή;… Όσο τον σκέφτεσαι, στο είπα, παραλύεις… Εκτός κι αν, πάλι, τον αψηφήσεις, πάψεις να τον φοβάσαι, και συνεχίσεις να πορεύεσαι με βήμα σταθερό, κατευθείαν επάνω του. Έτοιμος ν’ αναμετρηθείς μαζί του. Στα μαρμαρένια αλώνια. Ακόμα και ξέροντας πως στο τέλος θα νικηθείς. Το ζήτημα είναι, όμως, πως έτσι που τον έχεις αψηφήσει, έτσι που τον έχεις αγνοήσει, τον έχεις ήδη νικήσει!... Όχι τον θάνατο. Τον φόβο σου!...
Οι νεκροί πεθαίνουν, στην πραγματικότητα, όταν πάψει να τους σκέφτεται έστω κι ένας ζωντανός… Κι οι ζωντανοί πεθαίνουν, στην πραγματικότητα [μεταξύ πολλών άλλων λόγων και…] όταν πάψουν να θυμούνται αυτούς στους οποίους οφείλουν ευγνωμοσύνη….
Τις ντουφεκιές δεν τις φοβάμαι, όταν πετάω στον αέρα. Το πολύ - πολύ, ένα βόλι να με βρει κατάστηθα, ενώ πετώ. Εκείνο που φοβάμαι, αυτό που τρέμω, είναι οι ξόβεργες, κάτω γη… Αυτές που στοχεύουν στο να με καταδικάσουν να ζήσω μια ζωή ανελεύθερη μέσα σε κλουβιά…
«Να κοιτάξουμε το μέλλον». Να μιλήσουμε για το μέλλον. Το κοινό μας μέλλον… Έλα να κοιτάξουμε κατάματα και να μιλήσουμε ανοιχτά… για τον θάνατό μας. Το μόνο σίγουρο μέλλον μας!... Ας φιλοσοφήσουμε, λοιπόν!...